Η έννοια της διεργασίας στο σύστημα

Τα ζωντανά συστήματα βρίσκονται σε συνεχή μετακίνηση και αλλαγή. Η διαρκής αυτή πορεία μετακίνησης αποτελεί τη διεργασία του συστήματος. Ο Buckley (1967, σελ. 18) ως διεργασία ορίζει τις “δράσεις και αντιδράσεις των στοιχείων των ανοιχτών συστημάτων, έτσι ώστε διαφορετικές κάθε φορά δομές σχηματίζονται, αλλάζουν και διαλύονται”. Η έννοια δηλαδή της διεργασίας αναφέρεται στην πορεία αλλαγής και εξέλιξης του συστήματος.

Η εξέλιξη αποτελεί βασική αρχή των συστημάτων (Miller, 1965). Η εξέλιξη στα συστήματα είναι αποτέλεσμα των αλλαγών που γίνονται στο εσωτερικό του συστήματος, στις ενότητες δηλαδή που το απαρτίζουν, όπως και των αλλαγών που συμβαίνουν στο ευρύτερο σύστημα, στο υπερσύστημα δηλαδή του συγκεκριμένου συστήματος. Το σύστημα της οικογένειας, παραδείγματος χάρη, μεταβάλλεται καθώς αλλάζουν οι ανάγκες των βασικών της μελών, και καθώς αλλάζει η ευρύτερη κοινωνία. Τα μέλη υφίστανται βιολογικές αλλαγές καθώς περνούν από τα διάφορα στάδια προς την ωρίμανση και την ενέλιξη, με επακόλουθες αλλαγές των βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών τους αναγκών. Αλλαγές επίσης συμβαίνουν στο δίκτυο των άλλων συστημάτων με τα οποία η οικογένεια αυναλλάσσεται, όπως είναι η είσοδος των παιδιών στο σχολείο ή η αποφοίτησή τους κ.τ.ό., καθώς και στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα, όπως νομικές και οικονομικές αλλαγές (για παράδειγμα, διευκόλυνση σε ρυθμίσεις που αφορούν την ανατροφή των παιδιών και πρόσβαση στην εργασία), που επιφέρουν αλλαγές στο όλο πλαίσιο της οικογένειας.

Λόγω της συνεχούς μετακίνησης των συστημάτων, πολλοί συστημικοί θεραπευτές και ερευνητές υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στατικοί όροι, όπως “δομή”, “ιεραρχία”, “όρια”. Όπως παρατηρεί ο Broderick (1993, σελ. 38), παρά τη σχετική αλλαγή υπάρχουν σταθερά πρότυπα σχέσεων και κανόνων που επαναλαμβάνονται· επομένως οι παραπάνω όροι αναφέρονται σε καταστάσεις που εμφανίζει το σύστημα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή της πορείας του. Λόγω της εξελικτικής διεργασίας, ο Broderick, αντί των ουσιαστικών όρων, προτείνει τη χρήση αντίστοιχων ρηματικών τύπων, π.χ. δόμηση, ιεράρχηση, οριοθέτηση κ.ο.κ.

Οι συστημικοί θεραπευτές και ερευνητές χρησιμοποιούν τους στατικούς όρους, γνωρίζουν ωστόσο ότι οι περιγραφές αυτές ανταποκρίνονται σε κάποιο στάδιο του συστήματος που μπορεί να αλλάξει. Η ιεραρχία, για παράδειγμα, που υπάρχει στην οικογένεια αλλάζει καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν και αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία. Οι ρόλοι επίσης ενός ζευγαριού μπορεί να αλλάξουν μετά τη γέννηση των παιδιών ή για άλλους λόγους.

Η διεργασία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη θεραπευτική διαδικασία. Βασικός στόχος της παρέμβασης του θεραπευτή είναι η κινητοποίηση της αλλαγής. Η αλλαγή μπορεί να επέλθει αμέσως μετά την παρέμβαση, κατά κύριο λόγο όμως εμφανίζεται αργότερα μέσω της επεξεργασίας της πληροφορίας. Η πληροφορία που παίρνει το άτομο από το θεραπευτή ή τη θεραπευτική ομάδα κατά τη συνεδρία θα προκαλέσει αλλαγή όταν το άτομο είναι σε θέση –όταν αποκτήσει δηλαδή την απαιτούμενη ετοιμότητα– να ενσωματώσει αυτή την πληροφορία στη συμπεριφορά του.

Η στρατηγική σχολή δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη λειτουργία της διεργασίας που οδηγεί σε πόλωση τις σχέσεις των γονέων-παιδιών ή του ζευγαριού. Για παράδειγμα, σε μια σύγκρουση γονέα-παιδιού ο γονέας ενδιαφέρεται συνήθως για το αποτέλεσμα και επομένως για την τελική έκβαση, ενώ το παιδί δίνει έμφαση στη διεργασία, στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο γίνεται η συζήτηση και η επικοινωνία των ιδεών. Η άσκηση των γονέων ώστε να μάθουν να προσέχουν τη διεργασία κατά την επικοινωνία με το παιδί βοηθά στην αντιμετώπιση συγκρουσιακών σχέσεων (Dattilio, 1998· Herbert, 1998). Μία από τις τεχνικές επιβολής πειθαρχίας στα παιδιά με αντιδραστική συμπεριφορά σε επίπεδο διεργασίας είναι η εξάσκηση των γονέων ώστε, όταν επιβάλλουν μια τιμωρία, να παραμένουν ήρεμοι και να μην μπαίνουν στο κλίμα της αντιπαλότητας στο οποίο τους προκαλούν να μπουν τα παιδιά. Οι παροχές προς το παιδί, σε συνδυασμό με τη θέσπιση κανόνων απαγόρευσης, αποτελούν παρέμβαση σε επίπεδο διεργασίας που διευκολύνει το αποτέλεσμα, δηλαδή την αποδοχή των κανόνων από το παιδί.

Ιδιαίτερη έμφαση στη διεργασία δίνει η θεραπευτική προσέγγιση μέσω της αφήγησης1, η οποία είναι μια πρόσφατη εξέλιξη στα πλαίσια της συστημικής θεραπείας. Η προσέγγιση μέσω αφήγησης θεωρεί ότι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους διαμορφώνεται από τις ιστορίες που έχουν δημιουργήσει. Οι ιστορίες εκφράζουν τη διεργασία στην πορεία ζωής του ατόμου. Στη θεραπευτική προσέγγιση ο ασθενής καλείται να παρουσιάσει –να αφηγηθεί την πορεία της ζωής του. Η εξιστόρηση αποτελεί κατά βάση μια περιγραφή των διεργασιών μέσω των οποίων διαμορφώθηκε το πρόβλημα. Μέσα από την ανάλυση των διεργασιών αυτών ο θεραπευτής βοηθά το άτομο να κατανοήσει τις καταστάσεις που σε κάποιο στάδιο της ζωής του τού δημιούργησαν το πρόβλημα. Στόχος του θεραπευτή είναι να βοηθήσει τον ασθενή να καταλάβει ότι το πρόβλημά του είχε νόημα σε κάποια στιγμή της ζωής του που το ευρύτερο πλαίσιο ήταν διαφορετικό. Το πρόβλημα δηλαδή αποτελούσε μια διεργασία προσαρμογής σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Με την επισήμανση αυτή το άτομο συνειδητοποιεί τη σχετικότητα του προβλήματος και επομένως τη δυνατότητά του για αλλαγή. Με τη βοήθεια του θεραπευτή ο «ασθενής»2 φτιάχνει νέες ιστορίες από τη ζωή του, απαλλαγμένος από το πρόβλημα.

Η αναμόρφωση της ιστορίας που το άτομο έχει φτιάξει για τη ζωή και την οικογένειά του αποτελεί ένα σημαντικό τρόπο θεραπευτικής παρέμβασης σήμερα. Είναι η λεγόμενη “narrative” ή “story telling” θεραπευτική προσέγγιση. Η προσέγγιση αυτή επηρεάστηκε κυρίως από τη θεωρία του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού. Βασική της θέση είναι ότι οι ιστορίες που έχουμε για τον εαυτό μας με βάση τα σενάρια που έχουν γράψει οι άλλοι για μας διαμορφώνουν τον τρόπο που ζούμε, γιατί καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις εμπειρίες μας. Η ερμηνεία που δίνουμε στις εμπειρίες μας καθοδηγεί τις μελλοντικές μας ενέργειες. Ως εκ τούτου, βασικός στόχος της θεραπευτικής προσέγγισης είναι να βοηθήσει το άτομο να αναθεωρήσει ιστορίες για τον εαυτό και την οικογένεια που το εμποδίζουν να βλέπει θετικά τον εαυτό του και τη ζωή του (Epston & White·, 1992 Parry & Doan, 1994· Dallos, 1997).

Ο ορισμός του ατόμου που ζητά ψυχολογική υποστήριξη έχει συζητηθεί ευρύτατα στο χώρο της ψυχολογίας. Η χρήση εννοιών που παραπέμπουν σε απόκλιση, όπως «ασθενής», «προβληματικός» κ.τ.ό., έχει δεχθεί αρκετές επικρίσεις, κυρίως γιατί ο αρνητικός εννοιολογικός προσδιορισμός οδηγεί σε εδραίωση της προβληματικής συμπεριφοράς στο άτομο που ζητά βοήθεια. Όπως όμως αναφέρει ο Framo (1994), “η απόδοση ετικέτας είναι αρνητική, αλλά σε μερικές περιπτώσεις χρησιμεύει για να επικοινωνούν οι ειδικοί μεταξύ τους”.

Ο όρος χρησιμοποιείται όχι με την έννοια της παθολογίας, αλλά για ευκολία στον προσδιορισμό των περιπτώσεων που ζητούν υποστήριξη –αντί της χρήσης κάποιας περίφρασης, όπως, για παράδειγμα, «του ατόμου που ζητά βοήθεια».


Από το βιβλίο της Βασιλικής Παπαδιώτη–Αθανασίου: «οικογένεια και όρια συστημική προσέγγιση», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s