Ιστορική εξέλιξη της Γενικής Θεωρίας Συστημάτων

Για δύο περίπου χιλιετίες στη δυτική επιστημονική σκέψη κυριαρχούσε η τελολογική αντίληψη του Αριστοτέλη. Με βάση την αντίληψη αυτή, όλα τα φαινόμενα και κάθε συμπεριφορά τείνουν σε κάποιο σκοπό. Η τελολογική αντίληψη οδήγησε την επιστημονική σκέψη του Μεσαίωνα στην αναζήτηση του νοήματος και της σημαντικότητας των πραγμάτων. Η μελέτη των φυσικών φαινομένων και η ερμηνεία της διαμόρφωσής τους δεν απασχολούσε την επιστημονική σκέψη. 

Στις αρχές του 17ου αιώνα αναπτύχθηκε μια νέα, μηχανιστική προσέγγιση για την ερμηνεία των φυσικών φαινόμενων. Η νέα αυτή προσέγγιση συνδέθηκε με το όνομα του Γαλιλαίου, του Καρτέσιου και του Νεύτωνα, και κυριάρχησε για 300 περίπου χρόνια στον ευρύτερο επιστημονικό χώρο. Σύμφωνα με τη μηχανιστικη θεώρηση, τα πάντα συνδέονται μεταξύ τους με μια γραμμική, αιτιοκρατική σχέση. Ο Γαλιλαίος (1564-1642) εισήγαγε μαθηματικές έννοιες για τη μελέτη των φυσικών φαινομένων. Ο Καρτέσιος (1596-1650) θεωρούσε τη φύση μια μηχανή που κυβερνάται από μαθηματικούς νόμους. Σύμφωνα με τις θέσεις του, ακόμη και οι ιδέες και τα προβλήματα μπορούν να διασπαστούν σε τμήματα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με λογική σειρά. Ο Νεύτωνας (1642-1727) συνδύασε τις μαθηματικές έννοιες του Γαλιλαίου με τη μηχανιστική προσέγγιση του Καρτέσιου και έδωσε στη φυσική ένα μαθηματικό μοντέλο για τη μέτρηση των φυσικών φαινομένων. Οι ανακαλύψεις αυτές ήταν μια επιστημονική επανάσταση και επί τρεις περίπου αιώνες αποτελούσαν το μόνο τρόπο για τη διερεύνηση της αλήθειας. Η φυσική, στην οποία εφαρμόστηκε αρχικά το νέο μηχανιστικό μοντέλο, αποτέλεσε τη βάση όλων των επιστημών.
Η γραμμική και αναλυτική μέθοδος αναδείχθηκε σε κυρίαρχη επιστημονική μέθοδο προσέγγισης. Η επιστημονική διερεύνηση των φαινομένων γινόταν με την ανάλυσή τους στα μικρότερά τους τμήματα, προκειμένου να καθοριστεί η σύσταση και η αιτία των φαινομένων. Η κατανόηση των κανόνων που ρυθμίζουν τα μέρη θα οδηγούσε στην κατανόηση του όλου. Βασική αρχή στον αναλυτικό τρόπο σκέψης ήταν ότι το όλο δεν είναι τίποτα περισσότερο από το άθροισμα των μερών του. Ο Καρτέσιος με βάση την αντίληψη αυτή πραγματοποίησε πολλές μελέτες, οι οποίες σκοπό είχαν να αποδείξουν ότι το σώμα λειτουργεί σαν μηχανή. Ο ίδιος βασιζόμενος στις παρατηρήσεις του εισήγαγε το δυϊσμό ανάμεσα στο σώμα και το νου. Το σώμα λειτουργεί σαν μια πολύπλοκη μηχανή, ενώ ο νους δεν επηρεάζεται από όσα συμβαίνουν στο σώμα. Σώμα και νους λειτουργούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Η αντίληψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη νέα ολιστική προσέγγιση για τη λειτουργία των φαινομένων και τη λειτουργία του ανθρώπου ως βιολογικού, ψυχοκοινωνικού και γνωστικού οργανισμού.
Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, νέες θέσεις και δεδομένα από επιστήμες όπως η ψυχολογία (ιδιαίτερα η θεωρία του όλου – Gestalt και η αναπτυξιακή ψυχολογία, καθώς και η ψυχοθεραπεία), η βιολογία και η κυβερνητική καθιστούν σαφές ότι η εφαρμογή του προγενέστερου μηχανιστικού μοντέλου δεν μπορεί να ερμηνεύσει όλα τα φαινόμενα. Από το χώρο της βιολογίας επισημάνθηκε ότι οι ιδιότητες του όλου είναι διαφορετικές από τις ιδιότητες των επιμέρους τμημάτων. Από τις παρατηρήσεις αυτές δημιουργήθηκε μια νέα προσέγγιση για τη λειτουργία και ερμηνεία των φαινομένων: η ολιστική ή συστημική προσέγγιση.
Η έμφαση στην νέα επιστημονική προσέγγιση δίνεται περισσότερο στην οργάνωση παρά στην ανάλυση. Το όλο είναι διαφορετικό από το άθροισμα των μερών του. Για να κατανοηθεί το όλο, θα πρέπει να εξεταστεί ως ένα ενιαίο σύστημα και όχι ως σύνολο από επιμέρους τμήματα (Nichols & Everett, 1986). Οι βασικές αρχές της νέας αυτής επιστημονικής προσέγγισης εκφράζονται στη Γενική Θεωρία Συστημάτων (ΓΘΣ). Στη διαμόρφωση της ΓΘΣ συνέβαλαν άτομα από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους· ιδιαίτερα σημαντική όμως θεωρείται η συμβολή του βιολόγου Ludwig Von Bertanlanffy και του μαθηματικού και μηχανικού Norbert Wiener. Οι θέσεις του τελευταίου θεμελίωσαν την κυβερνητική επιστήμη. Η κυβερνητική επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη συστημική σκέψη και την εφαρμογή της στο χώρο της οικογένειας. Όπως αναφέρει ο Yves Winkin σε μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση των κυριότερων εισηγητών της θεωρίας της επικοινωνίας, την οποία δημοσίευσε το 1981: «Η γενική θεωρία συστημάτων και η κυβερνητική θα συνδυαστούν σταδιακά, για να προκύψει αυτό που σήμερα ονομάζουμε ”συστημική”».
O Von Bertanlanffy, ο οποίος δουλεύοντας στο χώρο της βιολογίας προσπαθούσε να βρει ένα θεωρητικό μοντέλο που να ερμηνεύει τα βιολογικά φαινόμενα τα οποία δεν μπορούσε να ερμηνεύσει το παραδοσιακό-αναλυτικό μοντέλο, είναι από τους κύριους εκφραστές της ολιστικής επιστημονικής σκέψης. Υποστήριζε ότι η ανάλυση ενός ζωντανού οργανισμού, όπως είναι το ανθρώπινο σώμα, στα συστατικά του στοιχεία και τις επιμέρους λειτουργίες του δεν μπορεί να ερμηνεύσει επαρκώς την ικανότητά του να διατηρεί την ισορροπία του μέσα από τις συνεχείς αλλαγές που γίνονται στον ανθρώπινο οργανισμό. Η εξασφάλιση της ισορροπίας αυτής επιτυγχάνεται διότι τα επιμέρους στοιχεία λειτουργούν ως ένα όλο, με λειτουργίες που συντονίζονται μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο Bertanlanffy (1934) αναφέρει: «Αφού το βασικό χαρακτηριστικό των ζωντανών πραγμάτων είναι η οργάνωση, η εξέταση των μεμονωμένων τμημάτων και διεργασιών δεν δίνει πλήρη εξήγηση των ζωντανών φαινομένων. Η εξέταση αυτή δεν μας δίνει πληροφορίες για το συντονισμό των μερών και των διεργασιών». Παρόλο όμως που ο Bertanlanffy επισήμανε το πρόβλημα, πέρασαν μερικές δεκαετίες προτού επεξεργαστεί ένα θεωρητιό μοντέλο και παρουσιάσει τις θέσεις του. Από τα δημοσιεύματα του, γύρω στα 1950, γίνεται σαφές ότι υποστηρίζει ένα νέο κλάδο, τον οποίο ονομάζει «Γενική Θεωρία Συστημάτων».
Οι θέσεις του Bertanlanffy αποσκοπούσαν στη δημιουργία ενός θεωρητικού μοντέλου το οποίο να καλύπτει όλα τα συστήματα και όλες τις επιστήμες της συμπεριφοράς. Σκοπός της θεωρίας του ήταν η επισήμανση των γενικών αρχών που μπορεί να εφαρμοστούν σε όλα τα συστήματα, τεχνητά και ζωντανά. Σύμφωνα με τον ίδιο, γενικές αρχές που εκφράζονται με όρους όπως η ολότητα, διαφοροποίηση, ιεραρχική ταξινόμηση, σκοπιμότητα, όρια μπορούν να εφαρμοστούν σε όλες τις επιστήμες που αναφέρονται σε συστήματα (Bertanlanffy, 1950).
Ο Bertanlanffy από την αρχή της διαμόρφωσης της θεωρίας του διέκρινε τρεις ομάδες συστημάτων, διαρθρωμένες σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Στο κατώτερο επίπεδο διέκρινε τα άψυχα συστήματα· στο μεσαίο επίπεδο τα ζωντανά συστήματα, όπως είναι τα ψυχολογικά και τα κοινωνικά· και στο ανώτερο επίπεδο τοποθετούσε τα συμβολικά συστήματα, τα οποία αναφέρονται σε έννοιες. Τις βασικές αρχές λειτουργίας των συστημάτων οργάνωσε και δημοσίευσε το 1968 στο βιβλίο του General Systems Theory: foundations, development, applications.
Η κυβερνητική επιστήμη, που αναπτύχθηκε το ίδιο περίπου διάστημα, επηρέασε σημαντικά τη διαμόρφωση της συστημικής σκέψης. Ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στο χώρο της βιολογίας με τις θέσεις του Bertanlanffy, ο Norbert Wiener δούλευε με μια ομάδα συνεργατών του σε αντιαεροπορικά συστήματα ακριβείας, τα οποία είχαν επινοηθεί κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για την αντιμετώπιση των εχθρικών αεροπορικών επιθέσεων. Στο έργο αυτό ο Wiener συνεργάστηκε στενά και επηρεάστηκε από τον Vannevar Bush, έναν από τους πρωτεργάτες στην κατασκευή υπολογιστών. Η συνεργασία αυτή τους οδήγησε στη διαμόρφωση βασικών αρχών μιας νέας επιστήμης, που ονόμασαν κυβερνητική, βασικές έννοιες της οποίας ήταν το «σύστημα ανατροφοδότησης» (feedback) και η «επικοινωνία». Ο Wiener και οι συνεργάτες του θεώρησαν ότι το μοντέλο που είχαν εφεύρει για τη λειτουργία των μηχανών μπορούσε να έχει εφαρμογή και σε πολλούς άλλους επιστημονικούς χώρους. Οι αρχές της ανατροφοδότησης, της αυτοοργάνωσης και της πληροφορίας, πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η λειτουργία των μηχανικών συστημάτων που είχαν κατασκευαστεί, μπορούσαν κατά την άποψή τους να εφαρμοστούν εξίσου στον ανθρώπινο εγκέφαλο, όπως και στα ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου. Ο Wiener (1948) θεωρούσε ότι οι αρχές της ανατροφοδότησης ή ανάδρασης και της κυκλικής επικοινωνίας, που επιτρέπουν στα μηχανικά συστήματα να ελέγχουν την κατάσταση και να πετυχαίνουν τους στόχους τους, έχουν εφαρμογή και σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Μετά το τέλος του πολέμου εξασφάλισε μια χρηματοδότηση και συγέντρωσε επιστήμονες από διάφορους επιστημονικούς κλάδους για να συζητήσουν τις ευρύτερες εφαρμογές της θεωρίας τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο κοινωνικός ψυχολόγος K. Lewin και ο ανθρωπολόγος G. Bateson.
Ο Lewin, ένας από τοςυ θεμελιωτές της μορφολογικής ψυχολογίας, ήδη από το 1947 στη θεωρία του για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας είχε συμπεριλάβει την έννοια του «πλαισίου» και της «ανατροφοδότησης» για την ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Θεωρούσε ότι η προσωπικότητα και η συμπεριφορά του ατόμου δεν είναι αποτέλεσμα βιολογικών καταβολών (ψυχαναλυτική προσέγγιση), ούτε μαθημένες αντιδράσεις (συμπεριφοριστική προσέγγιση). Τα ανθρώπινα συστήματα θέτουν σκοπούς και η συμπεριφορά τους ενεργοποιείται για την εκπλήρωση των σκοπών αυτών (βασική αρχή της κυβερνητικής επιστήμης). Οι θέσεις αυτές αναπτύχθηκαν αργότερα από τη θεωρία του Kelly για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας, μια θεωρία η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στη συστημική προσέγγιση (Kelly, 1963). O Kurt Lewin είναι από τους πρώτους που επισήμαναν ότι η ομάδα ως θεραπευτική οντότητα αναπτύσσει μια διαφορετική δυναμική, που είναι ανεξάρτητη από το άθροισμα των ατόμων που την αποτελούν – βασική θέση της συστημικής προσέγγισης (Lewin, 1945· Γιαννίτση, 1997).
Ο ανθρωπολόγος και φιλόσοφος Gregory Bateson προσάρμοσε τις αρχές επικοινωνίας της κυβερνητικής και την έννοια της ανατροφοδότησης, όπως αυτές εκφράστηκαν από τον Wiener, στα ανθρώπινα συστήματα. Συνεργάστηκε με τον Lewin, τον Bertanlanffy και τον ψυχίατρο Sullivan και επηρεάστηκε από τις ιδέες τους. Οι θέσεις του επίσης επηρεάστηκαν από τις μελέτες σχετικά με την επικοινωνία δύο ανθρωπολόγων, του Ray Birdwhistell και του Edward Hall, των οποίων οι έρευνες για τις κινήσεις, τα νεύματα και το διαπροσωπικό χώρο είχαν δεχτεί επιδράσεις από τη γλωσσολογία (Winkin, 1993). Η ανθρωπολόγος Margaret Mead, με την οποία ο Bateson συνεργάστηκε και ήταν παντρεμένος για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, επηρέασε επίσης τις θέσεις του. Οι απόψεις του, όπως παρουσιάζονται στο βιβλίο Communication – The Social Matrix of Society (1951), το οποίο έγραψε σε συνεργασία με τον ψυχίατρο Ruesh, αναφέρονται στις βασικές αρχές της επικοινωνίας όπως αυτές εκφράστηκαν στην κυβερνητική και όπως οι ίδιοι τις εφάρμοσαν στην ψυχιατρική πρακτική.
Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές ότι ο Bateson, o οποίος θεμελίωσε τη συστημική σκέψη στο χώρο της ψυχολογίας και ιδιαίτερα της ψυχοθεραπείας, δέχτηκε επιδράσεις από έναν ευρύτερο επιστημονικό χώρο.

Ως θεωρία η ΓΘΣ ανήκει στον επιστημονικό χώρο των μαθηματικών. Οι βασικές της αρχές εκφράζονται από την επιστήμη των μαθηματικών με πολύπλοκους μαθηματικούς όρους. Η εφαρμογή της όμως στο χώρο της λειτουργίας της οικογένειας και της θεραπείας οικογένειας δεν μπορούσε να περιλάβει τους μαθηματικούς τύπους, γιατί, όπως αναφέρει ο Barker (1998), οι αρχές λειτουργίας της οικογένειας δεν μπορούν να αναχθούν σε μαθηματικούς τύπους. Για το λόγο αυτό, όπως αναφέρει ο Beckett (1973), η ΓΘΣ, με τον τρόπο που εφαρμόζεται στην οικογενειακή θεραπεία, εκφράζεται καλύτερα με τον όρο “συστημική σκέψη” και όχι “συστημική θεωρία”.
Οι όροι “συστημική προσέγγιση”, “συστημική αντίληψη”, “συστημική μεθοδολογία” ή “συστημική θεωρία”, όπως χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια, διαφοροποιήθηκαν από τη Γενική Θεωρία Συστημάτων, όπως αυτή εκφράστηκε από τον Bertanlanffy. Η συγκεκριμένη θεωρία δέχτηκε επιδράσεις από διάφορους επιστημονικούς χώρους, αλλά και από ευρύτερα επιστημολογικά ρεύματα και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Οι γνωστικές επιστήμες, και κυρίως η γλωσσολογία, οι εξελίξεις στη φυσική και τη βιολογία, η υπαρξιακή θεωρία και οι ευρύτερες θέσεις του μεταμοντερνισμού, και ιδιαίτερα του κονστρουκτιονισμού (constructionism), μεταξύ άλλων, επηρέασαν τις εξελίξεις στο χώρο της συστημικής σκέψης. Η παρακολούθηση των εξελίξεων της επιστήμης σε διάφορους τομείς και η αξιοποίηση των πληροφοριών και των αρχών που προκύπτουν από τις εξελίξεις αυτές αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό της συστημικής προσέγγισης. Όπως αναφέρει η Jones (1993), εκείνο που χαρακτηρίζει τη συστημική σκέψη είναι η περιέργεια και η αύξηση της κατανόησης του κόσμου και της γνώσης. Η επίγνωση ότι η γνώση που έχουμε σήμερα για τον κόσμο είναι περιορισμένη – αυτό που μπόρεσε μέχρι σήμερα να κατασκευάσει ο ανθρώπινος νους – και ότι η γνώση προέρχεται από όλους τους επιστημονικούς χώρους αποτελούν βασικές αρχές της συστημικής σκέψης. Η αντίληψη αυτή την οδηγεί σε συνεχή συνεργασία με τις άλλες επιστήμες και σε μια συνθετική θεώρηση. Την οδηγεί επίσης σε μια συνεχή εξέλιξη ως αποτέλεσμα της προόδου που σημειώνεται στον ευρύτερο επιστημονικό χώρο και των πορισμάτων που προκύπτουν από τις εφαρμογές. Η θέση του Bateson (1978b, σελ. 40) ότι “έχουμε βαθιά άγνοια και ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός στην άγνοια”, έχει σηματοδοτήσει τη γενικότερη φιλοσοφία και πρακτική της συστημικής προσέγγισης.

Η οικογενειακή θεραπεία αποτελεί ένα παράδειγμα εξέλιξης της συστημικής θεώρησης στο χώρο της ψυχοθεραπείας. Οι θέσεις κυρίως της κυβερνητικής οδήγησαν στη διαμόρφωση των βασικών αρχών παρέμβασης στο πρώτο στάδιο εφαρμογής της οικογενειακής θεραπείας, που αποτέλεσε την πρώτης τάξης κυβερνητική περίοδο. Οι θέσεις του κονστρουκτιονισμού που διαμορφώνονται στη συνέχεια, όπως και ο ευρύτερος μεταμοντερνισμός που επικρατεί στον επιστημολογικό χώρο, θα οδηγήσουν τη θεραπεία οικογένειας στη λεγόμενη δεύτερης τάξης κυβερνητική περίοδο. Οι επιδράσεις ή, καλύτερα, ο εμπλουτισμός της από όλες τις επιστημονικές και επιστημολογικές εξελίξεις θα οδηγήσουν σε πλουραλισμό τόσο στη βασική της φιλοσοφία όσο και στις επιμέρους τεχνικές παρέμβασης (Gergen, 1985· Pare, 1995).

Παρά τις εξελίξεις όμως η συστημική θεώρηση έχει τις δικές της γενικές αρχές οι οποίες έχουν εφαρμογή σε έναν ευρύ επιστημονικό χώρο. Με την έννοια αυτή αποτελεί περισσότερο μια ευρύτερη επιστημολογική προσέγγιση, μια μεταθεωρία, η οποία ερμηνεύει και συνδέει τις εξελίξεις που σημειώνονται σε άλλους επιστημονικούς χώρους. Όπως αναφέρει η Χάρις Κατάκη (1995, σελ. 41), η συστημική προσέγγιση είναι μια ολιστική θεώρηση η οποία ξεπερνά τη διεπιστημονική προσέγγιση και είναι μια θεωρία ενοποιητική: «Αναπτύσσει συνοπτικές έννοιες-κλειδιά σε ανώτερο επίπεδο αφαίρεσης, οι οποίες επιτρέπουν τη συνολική όψη των φαινομένων, χωρίς να χάνεται η δυνατότητα του εστιασμού της επακριβούς και εμπεριστατωμένης περιγραφής επιμέρους λειτουργιών, σε οποιαδήποτε φάση της διαδικασίας κρίνεται αυτό σκόπιμο. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να εξετάσουμε διάφορες οντότητες με βάση τις κοινές τους ιδιότητες, οι οποίες αφορούν τον καθορισμό των σχέσεων ανάμεσα στα μέρη της εσωτερικής τους οργάνωσης, καθώς και στη σχέση τους με το περιβάλλον. Ενώ οι ξεχωριστοί επιστημονικοί κλάδοι και οι διάφορες θεωρίες μάς δίνουν πληροφορίες για επιμέρους φαινόμενα, η συστημική προσέγγιση δίνει τη δυνατότητα να εξεταστεί η εικόνα συνολικά. Έτσι παρακάμπτεται ο κατακερματισμός, οι επιπτώσεις της εξειδίκευσης και το χάος που δημιουργείται από την υπερπληθώρα των πληροφοριών που συχνά μοιάζουν αντιφατικές».

Οι βασικές αρχές της συστημικής προσέγγισης μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε επιστήμη που ασχολείται με τεχνοκρατικά ή με ζωντανά και με αφαιρετικά ή συγκεκριμένα συστήματα. Η δυνατότητα αυτή για γενικότερη εφαρμογή των αρχών της εξασφαλίζει τη μεταφορά των επιτευγμάτων από τον ένα επιστημονικό χώρο στον άλλο και την καλύτερη αξιοποίησή τους από το σύνολο της επιστήμης. Η υιοθέτηση της συστημικής προσέγγισης από επιστήμονες οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους οδηγεί, επίσης, στη χρήση μιας κοινής γλώσσας που επιτρέπει τη συνεννόηση μεταξύ τους, κάτι πολύ χρήσιμο για την αξιοποίηση της ολοένα αυξανόμενης εξειδίκευσης της πληροφορίας και της πολυπλοκότητας.

Επιστήμες όπως η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η ιατρική, η οικονομία, η πολιτική, η φιλοσοφία και η περιβαλλοντολογία οικειοποιούνται τις βασικές της αρχές. Το 1954 ιδρύεται από εκπροσώπους διαφόρων επιστημονικών κλάδων η Ένωση για την Προώθηση της Γενικής Θεωρίας Συστημάτων, η οποία είχε στόχο τη συζήτηση των ιδεών του Bertanlanffy. Το 1956 διατυπώνεται η Θεωρία των Γενικών Συστημάτων. Το 1972 ιδρύεται το Διεθνές Ινστιτούτο για την Εφαρμοσμένη Ανάλυση Συστημάτων με τη συνεργασία των ΗΠΑ, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και άλλων χωρών (Δεκλερής, 1986).

Στο χώρο της ψυχολογίας η συστημική προσέγγιση έχει εφαρμογή στην έρευνα και στη μεθοδολογία προσέγγισης των ψυχολογικών φαινομένων, καθώς και στην ψυχοθεραπεία. Επιπρόσθετα, οι θεωρητικές της θέσεις, όπως προαναφέραμε, εμπλουτίζονται και εξελίσσονται συνεχώς κάτω από την επίδραση των επιτευγμάτων των διαφόρων επιστημονικών κλάδων.

Πέρα από το πεδίο της ψυχολογίας, από την αρχή σχεδόν της εμφάνισης της συστημικής προσέγγισης οι βασικές της αρχές εφαρμόστηκαν σε πολλούς άλλους χώρους και οργανισμούς όπου υπάρχει ανθρώπινη συναλλαγή. Έτσι εφαρμόστηκαν στη λειτουργία των σχολείων, στην εκπαίδευση ατόμων σε ειδικότητες που ασχολούνται με τον άνθρωπο (π.χ. κοινωνικοί λειτουργοί, γιατροί και οικογενειακοί γιατροί), στην εκπαίδευση δικαστών κ.λπ. (Hawkins & Nestoros, 1997). Σήμερα και στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετά κέντρα ψυχολογίας που εφαρμόζουν τη συστημική ψυχοθεραπεία και εκπαιδεύουν νέους θεραπευτές στο θεραπευτικό αυτό μοντέλο. Εκτός από την επαγγελματική κατάρτιση, τα κέντρα αυτά αναλαμβάνουν την ευαισθητοποίηση ατόμων από διάφορους επαγγελματικούς χώρους στο συστημικό τρόπο σκέψης.

Ενώ αρχικά οι θεραπευτές και οι κοινωνικοί ψυχολόγοι εφάρμοζαν τις αρχές των συστημάτων όπως κυρίως εκφράζονταν από τη Γενική Θεωρία Συστημάτων και την κυβερνητική επιστήμη, στη συνέχεια έγινε ένας διαχωρισμός μεταξύ των τεχνοκρατικών και των ζωντανών και ψυχοκοινωνικών συστημάτων. Ο Bertanlanffy (1950, 1959), όπως αναφέραμε, συνόψισε τα χαρακτηριστικά των ανοιχτών ζωντανών συστημάτων και τα διαφοροποίησε από τα κλειστά μηχανικά συστήματα. Ο Buckley (1967) αργότερα διαφοροποίησε τα κοινωνικά από τα βιολογικά συστήματα. Άλλοι ερευνητές διαφοροποίησαν τα χαρακτηριστικά της οικογένειας ως ιδιαίτερου ψυχοκοινωνικού συστήματος (Jackson, 1965· Kantor & Lehr, 1975· Ahrons & Rogers, 1987). Ο κοινωνιολόγος Miller (1965) διατύπωσε τις αρχές των ζωντανών συστημάτων σε ένα άρθρο του στο περιοδικό Science. Επειδή η οικογένεια αποτελεί ένα ζωντανό ψυχοκοινωνικό σύστημα, χρησιμοποιούμε τις αρχές των συστημάτων όπως αυτές εκφράζονται κυρίως στις θέσεις του Miller, σε συνδυασμό με τις θέσεις του Bertanlanffy και άλλων ερευνητών και θεωρητικών από το χώρο της συστημικής προσέγγισης της οικογένειας.

Από το βιβλίο της Βασιλικής Παπαδιώτη-Αθανασίου: “οικογένεια και όρια / συστημική προσέγγιση”, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. 

logo only ai BLACK

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s