Προσδιορίζοντας την αυτοεκτίμηση

Εκπαιδευτικοί, γονείς, ειδικοί της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στελέχη εταιρειών συμφωνούν ότι χρειάζεται να αναπτύξουμε άτομα με υγιή ή υψηλή αυτοεκτίμηση. Αυτά τα άτομα χαρακτηρίζονται από ανοχή και σεβασμό προς τους άλλους, αποδέχονται την ευθύνη των πράξεών τους, έχουν ακεραιότητα, είναι υπερήφανα για τα επιτεύγματά τους, βρίσκουν μέσα τους τα κίνητρα για δράση, είναι πρόθυμα να ριψοκινδυνεύσουν, ικανά να διαχειρισθούν την κριτική, μπορούν να αγαπούν και να είναι αγαπητά, αναζητούν την πρόκληση και τη διέγερση που προσφέρουν οι απαιτητικοί στόχοι που αξίζουν τον κόπο, αναλαμβάνουν και διατηρούν τον έλεγχο της ζωής τους. Με άλλα λόγια, χρειάζεται η ενίσχυση της ανάπτυξης ανθρώπων με υγιή και αυθεντική αυτοεκτίμηση, επειδή αυτοί είναι που εμπιστεύονται τον εαυτό τους και επιβεβαιώνουν τη ζωή, είναι εποικοδομητικοί, υπεύθυνοι και αξιόπιστοι.

Οι προσπάθειες που γίνονται για να μεταδοθεί το μήνυμα ότι η αυτοεκτίμηση είναι σημαντική και κρίσιμη στη ζωή των ανθρώπων, παρεμποδίζονται, δυστυχώς, από μερικές λανθασμένες αντιλήψεις και μία σύγχυση σχετικά με το νόημα του όρου. Κάποιοι αναφέρονται στην αυτοεκτίμηση εννοώντας απλά μια καλή αίσθηση ή το να έχουμε θετικά συναισθήματα για τον εαυτό μας. Άλλοι φτάνουν στο σημείο να εξισώνουν την αυτοεκτίμηση με τον εγωισμό, την αλαζονεία, την έπαρση, το ναρκισσισμό, μια αίσθηση υπεροχής ή με ένα χαρακτηριστικό που οδηγεί στη βία. Τέτοια χαρακτηριστικά δεν μπορούν να αποδοθούν στην αυθεντική, υγιή αυτοεκτίμηση, γιατί, στην πραγματικότητα, πρόκειται για αντιδράσεις άμυνας στην έλλειψη αυθεντικής αυτοεκτίμησης και μάλιστα, αυτού του είδους η αυτοεκτίμηση κάποιες φορές αναφέρεται ως ψευδο-αυτοεκτίμηση.

Άτομα με αμυντική ή χαμηλή αυτοεκτίμηση επικεντρώνονται συνήθως στην προσπάθεια να αποδείξουν ότι αξίζουν ή να εντυπωσιάσουν τους άλλους. Έχουν αμφιβολίες για την αξία τους ή την αποδοχή τους από τους άλλους και διστάζουν να ριψικινδυνεύσουν ή να εκθέσουν τον εαυτό τους στην αποτυχία. Κατηγορούν τους άλλους για τα φτωχά αποτελέσματα των ενεργειών τους, αποσύρονται, νιώθουν καταθλιπτικά συναισθήματα και έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό τους, ενώ εκδηλώνουν συμπεριφορές αναπλήρωσης όπως επίδειξη έλλειψης σεβασμού προς τους άλλους, συμπεριφορά υπεροχής, αλαζονεία ή εκφοβισμό των άλλων, και κάποιες φορές φτάνουν ακόμα και στη βία, σε περιπτώσεις που η αυτοεκτίμησή τους είναι υπερβολικά ναρκισσιστική, εύθραυστη ή αμυντική.

Μια από τις δυσκολίες που συναντούν οι επιστήμονες στην προσπάθειά τους να συμφωνήσουν σε έναν ορισμό για τη φύση της αυτοεκτίμησης προέρχεται από το γεγονός ότι η αυτοεκτίμηση προσεγγίζεται από πολλές διαφορετικές οπτικές. Μερικοί την βλέπουν ως μια ψυχοδυναμική, αναπτυξιακή διαδικασία, οι γνωσιακοί-συμπεριφορικοί βλέπουν τις διαφορετικές στρατηγικές αντιμετώπισης, οι κοινωνικοί ψυχολόγοι εξετάζουν τις στάσεις και τη νοοτροπία, ενώ άλλοι, όπως οι ανθρωπιστικοί ψυχολόγοι, επικεντρώνονται στη βιωματική διάσταση της αυτοεκτίμησης. Από τη στιγμή λοιπόν που η αυτοεκτίμηση έχει γνωστικές, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές διαστάσεις είναι δύσκολο να φτάσουμε σε έναν κατανοητό ορισμό, ενώ σπάνια λαμβάνονται υπόψη όλες αυτές οι διαστάσεις στη διεξαγωγή των ερευνών.

Παρ’όλα αυτά όμως όλοι συμφωνούν ότι ο όρος αυτοεκτίμηση περιλαμβάνει γνωστικά, συναισθηματικά και συμπεριφορικά στοιχεία. Γνωστικό στοιχείο είναι όταν κάποιος σκέφτεται συνειδητά για τον εαυτό του, όταν εξετάζει την ασυμφωνία ανάμεσα στον ιδανικό εαυτό του, στο πρόσωπο που επιθυμεί να είναι και στον εαυτό που αντιλαμβάνεται ή τη ρεαλιστική εκτίμηση του εαυτού του. Συναισθηματικό στοιχείο είναι οι αισθήσεις ή τα συναισθήματα που έχει κάποιος όταν σκέφτεται αυτή την ασυμφωνία. Οι συμπεριφορικές πλευρές της αυτοεκτίμησης εκδηλώνονται σε συμπεριφορές όπως η αυτοπεποίθηση, η ευελιξία, η αποφασιστικότητα ή ο σεβασμός προς τους άλλους. Μια επιπλέον δυσκολία στο να βρεθεί ένας γενικός ορισμός είναι το γεγονός ότι, αν και η αυτοεκτίμηση είναι γενικά σταθερή, μπορεί κατά καιρούς να έχει διακυμάνσεις κι έτσι η έρευνα και η μέτρησή της γίνεται δύσκολη.

Ο  Nathaliel Branden, πολύ γνωστός ψυχοθεραπευτής και ειδικός της αυτοεκτίμησης όρισε πριν από πολλά χρόνια την αυτοεκτίμηση ως «τη διάθεση να βιώνει κάποιος τον εαυτό του ικανό να αντεπεξέλθει στις βασικές προκλήσεις της ζωής και άξιο για την ευτυχία». Ο Christopher Mruk, καθηγητής ψυχολογίας στο Bowling Green University, αναφέρει ότι από όλες τις θεωρίες και τους ορισμούς που προτείνονται, αυτός ο ορισμός έχει αντέξει περισσότερο στη δοκιμασία του χρόνου, είναι ακριβής και κατανοητός.

Αυτός ο ορισμός στηρίζεται στην αρχή ότι η αυτοεκτίμηση συνδέεται στενά με την αίσθηση επάρκειας, την αίσθηση αξίας και τη σχέση αυτών των δύο στη ζωή κάποιου. Η αίσθηση αξίας παρερμηνεύεται συχνά και θεωρείται ως μία απλά καλή αίσθηση για τον εαυτό μας, ενώ στην πραγματικότητα συνδέεται με το αν ένα πρόσωπο ζει ή όχι σύμφωνα  με μερικές θεμελιώδεις αξίες, όπως το να βρίσκει νοήματα που ενισχύουν την ανθρώπινη ανάπτυξη και να δεσμεύεται σ’ αυτά με τέτοιον τρόπο ώστε να βιώνει μια αίσθηση ακεραιότητας και ικανοποίησης. Η αίσθηση επάρκειας συνδέεται με την πεποίθηση ότι είμαστε ικανοί να παράγουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα, έχουμε εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητα του μυαλού μας και στην ικανότητά μας να σκεφτόμαστε, όπως επίσης ότι μπορούμε να κάνουμε τις κατάλληλες επιλογές και να παίρνουμε τις κατάλληλες αποφάσεις. Η αίσθηση αξίας μπορεί να θεωρηθεί η ψυχολογική πλευρά της αυτοεκτίμησης, ενώ η επάρκεια η συμπεριφορική ή κοινωνικολογική πλευρά της. Η αυτοεκτίμηση προέρχεται από την ζώσα συνείδηση και μπορεί να θεωρηθεί η συνολική κρίση κάποιου για τον εαυτό του σχετικά με την επάρκεια και την αξία του, στηριγμένη στην πραγματικότητα.

Η αξία αυτού του ορισμού έγκειται στο γεγονός ότι μας βοηθά να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην αυθεντική ή υγιή αυτοεκτίμηση και την ψευδο-αυτοεκτίμηση ή μη υγιή αυτοεκτίμηση. Η αίσθηση προσωπικής αξίας χωρίς επάρκεια είναι το ίδιο περιοριστική όσο και η επάρκεια χωρίς αίσθηση προσωπικής αξίας. Η ισχυρή αίσθηση προσωπικής αξίας εμποδίζει την επάρκεια να γίνει αλαζονεία κρατώντας το άτομο επικεντρωμένο σε βασικές αξίες και η επάρκεια εμποδίζει την αίσθηση αξίας να γίνει ναρκισσισμός, θέτοντας ως προϋπόθεση ότι τα καλά συναισθήματα κερδίζονται και δεν δίνονται έτσι απλά. Έτσι, συμπεριφορές που μπορούν να περιγραφούν ως εγωιστικές, εγωκεντρικές, επηρμένες, ή οι συμπεριφορές αυτών που καυχώνται, κομπορρημονούν, εκφοβίζουν, εκμεταλλεύονται ή βλάπτουν άλλους είναι αμυντικές συμπεριφορές, ενδεικτικές έλλειψης αυτοεκτίμησης και δεν θα έπρεπε να συγχέονται με την αυθεντική, υγιή αυτοεκτίμηση.

Δυστυχώς, μέρος της σύγχυσης σχετικά με την αυτοεκτίμηση προέρχεται και από προγράμματα και στρατηγικές που χρησιμοποιούνται και τα οποία δεν είναι θεμελιωμένα σε ερευνητικά δεδομένα. Τέτοιες στρατηγικές περιλαμβάνουν παιδιά υπερπλήρη σε άδικους επαίνους που δεν βασίζονται σε κανένα επίτευγμα. Οι περισσότεροι καταλαβαίνουμε ότι οι προσπάθειες για το χτίσιμο της αυτοεκτίμησης χρειάζεται να βασίζονται στην πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να χτίσουμε την αυτοεκτίμηση κάποιου ανθρώπου προφέροντας απλά και μόνο ενισχύσεις και επιβεβαιώσεις, ενώ είναι καλό να ξέρουμε ότι κανένας δεν μπορεί να δώσει σε οποιονδήποτε αυθεντική αυτοεκτίμηση. Με αυτό τον τρόπο είναι πολύ πιθανό να καταλήξουμε σε μια παραφουσκωμένη αίσθηση αξίας. Οι περισσότεροι καταλαβαίνουμε ότι η αίσθηση επάρκειας ενισχύεται όταν μπορούμε να αξιολογήσουμε ρεαλιστικά και με ακρίβεια τον εαυτό μας, όταν επιτυγχάνουμε στόχους που έχουν νόημα, όταν ξεπερνάμε δυσκολίες και αντιξοότητες, όταν σηκωνόμαστε και επανερχόμαστε μετά τις αποτυχίες και όταν υιοθετούμε πρακτικές όπως η ανάληψη της ευθύνης του εαυτού μας και η διατήρηση της ακεραιότητάς μας.

Είναι πιθανόν να έχουμε υπερβολικά υψηλή αυτοεκτίμηση; Δεν πιστεύουμε ότι είναι πιθανόν να έχουμε υπερβολικά υψηλή αυθεντική αυτοεκτίμηση, γιατί το να έχουμε υψηλή αυτοεκτίμηση ισοδυναμεί με το να έχουμε καλή υγεία. (Όταν κάποιος είναι υγιής, είναι υγιής. Δεν μπορεί να είναι υπερβολικά υγιής και αυτό να τον βλάψει!) Όμως, είναι πιθανόν κάποια άτομα να έχουν μια παραφουσκωμένη αίσθηση είτε αξίας είτε επάρκειας. Ο στόχος μας είναι να αναπτύξουμε άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση που είναι καλά γειωμένα στην πραγματικότητα, με ισορροπία ανάμεσα στην αίσθηση αξίας και επάρκειας.

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση έχει αποδειχθεί ότι έχει στενή σχέση με προβλήματα όπως η βία, ο αλκοολισμός, η κατάχρηση ουσιών, οι διατροφικές διαταραχές, το σταμάτημα του σχολείου, οι εφηβικές εγκυμοσύνες, η αυτοκτονία και τα χαμηλά ακαδημαϊκά επιτεύγματα. Είναι όμως δύσκολο να απομονώσουμε την χαμηλή αυτοεκτίμηση ως την πρωταρχική αιτία χρησιμοποιώντας τις παραδοσιακές πειραματικές μεθόδους. Συνήθως, υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που συμβάλουν στην γένεση και τη διατήρηση ενός προβλήματος. Είναι σημαντικό όμως να μην παραβλεφθεί η σημασία της αυτοεκτίμησης μέσα στη σύγχυση που υπάρχει σχετικά με τον ορισμό της. Χρειάζεται να τονισθεί ότι το χτίσιμο της αυτοεκτίμησης πρέπει να αποτελεί βασικό συστατικό κάθε προγράμματος που σχεδιάζεται να διορθώσει τέτοια προβλήματα, όπως τα παραπάνω.

Μετάφραση του άρθρου του Robert Reasoner “Position paper on the meaning of self-esteem” από την Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου. 
logo only ai BLACK
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s